διχόνοια

δῐχό-νοια, ,
A discord, disagreement, Pl.Alc.1.126c, Plu.2.70c;

δ. περὶ τοῦ ἀρίστου Ph.2.181

: c. gen., disagreement with,

τῆς Ἀντωνίου γνώμης App.BC5.33

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διχονοίᾳ — διχονοίᾱͅ , διχόνοια discord fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διχόνοια — discord fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διχόνοια — η (AM διχόνοια) διχοστασία, φιλονικία, διένεξη …   Dictionary of Greek

  • διχόνοια — η διαφωνία, φιλονικία, διάσταση απόψεων που φέρνει έχθρα: Η διχόνοια καταστρέφει ολόκληρους λαούς …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διχόνοια — [дихония] ουσ. Θ. расхождение во мнениях …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • διχονοίας — διχονοίᾱς , διχόνοια discord fem acc pl διχονοίᾱς , διχόνοια discord fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διχονοιῶν — διχόνοια discord fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διχονοίαις — διχόνοια discord fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διχόνοιαι — διχόνοια discord fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διχόνοιαν — διχόνοια discord fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαιρώ — (AM διαιρῶ, έω) [αιρώ] 1. χωρίζω σε μέρη, κατατέμνω, μερίζω 2. εκτελώ την πράξη τής διαίρεσης 3. διχάζω, προκαλώ διχόνοια, διασπώ την ενότητα («διαίρει και βασίλευε» φρόντιζε να σπέρνεις τη διχόνοια ανάμεσα στους εχθρούς σου, ώστε να κυβερνάς… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.